H σύμβαση διαχείρισης επιχείρησης

Η σύμβαση διαχείρισης επιχείρησης («management agreement» και «management contract» στην αγγλική, «contrat de gestion denterprise» στη γαλλική) είναι η μη ρυθμιζόμενη στις περισσότερες έννομες τάξεις σύμβαση με την οποία μία επιχείρηση, έχοντας ειδική γνώση και εμπειρία (manager, δότης του management), αναλαμβάνει έναντι ανταλλάγματος να διοικήσει το σύνολο ή μέρος της επιχείρησης του αντισυμβαλλόμενου (λήπτης του management, αναθέτουσα επιχείρηση) επ’ ονόματι, για λογαριασμό και με κίνδυνο του τελευταίου. 

Με τη σύμβαση αυτή ο λήπτης του management αναθέτει τη διοίκηση της επιχείρησής του, ολικά ή εν μέρει, σε έναν manager έμπειρο, φήμης και με ειδικές γνώσεις, με σκοπό να αυξήσει την αποδοτικότητα της επιχείρησής του μέσω των γνώσεων, της πείρας, της επιχειρηματικής τεχνογνωσίας και της επιχειρησιακής φήμης εκείνου. Η συμβατική ανάθεση της διοίκησης της επιχείρησης σε manager μπορεί να συμφωνηθεί για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα και γίνεται έναντι αμοιβής.  Κατ’ αυτόν τον τρόπο επέρχεται διάσπαση μεταξύ της ιδιοκτησίας της επιχείρησης και της εκμετάλλευσης αυτής. Έτσι, η διαχειρίστρια επιχείρηση – manager αναλαμβάνει να διενεργεί πράξεις διοίκησης και διαχείρισης της αναθέτουσας επιχείρησης, οι οποίες τείνουν στην πραγμάτωση του εμπορικού σκοπού της. Θεωρητικά μπορεί να αφορά τη διαχείριση οποιασδήποτε επιχείρησης, ατομικής ή εταιρικής. Ωστόσο στην πράξη, κατά κανόνα, τα συμβαλλόμενα μέρη είναι επιχειρήσεις, μορφώματα του εταιρικού δικαίου.

Η σύμβαση διαχείρισης, ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, δημιουργεί υποχρεώσεις για εκατέρωθεν παροχές μεταξύ των συμβαλλομένων, ήτοι της αναθέτουσας επιχείρησης και της διαχειρίστριας. Πρέπει το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο των εξουσιών της εταιρικής διοίκησης μιας επιχείρησης (λήπτρια, αναθέτουσα) να ανατίθεται σε τρίτο πρόσωπο (δότης, manager) έναντι ανταλλάγματος. Η παροχή της διαχειρίστριας συνίσταται στην ανάληψη και διεκπεραίωση της διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης του λήπτη. Άλλες παρεπόμενες υποχρεώσεις – όπως μεταβίβαση τεχνογνωσίας, παραχώρηση αδειών σήματος, εκπαίδευση προσωπικού κ.α. – συνοδεύουν συνήθως την ως άνω κύρια παροχή, αλλά δε συνιστούν εννοιολογικά αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης.

Ως προς την ως άνω κύρια παροχή του δότη, συνοπτικά αναφέρεται ότι πρόκειται για υπόθεση ξένη ως προς τα ίδια συμφέροντα του διοικητή, δεδομένου ότι ο λήπτης εξακολουθεί να έχει τον επιχειρηματικό κίνδυνο της εταιρίας. Ως προς το λήπτη, κύρια υποχρέωσή του αποτελεί η καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο manager, κατά τακτά συνήθως χρονικά διαστήματα, αφού πρόκειται για διαρκή έννομη σχέση.

 Ως προς τις εσωτερικές σχέσεις των συμβαλλόμενων μερών και με γνώμονα την κύρια υποχρέωση της διαχειρίστριας – ήτοι η διοίκηση της λήπτριας εταιρίας – η σύμβαση διαχείρισης ομοιάζει με αυτή της εντολής. Το γεγονός ότι η διαχειρίστρια αναλαμβάνει να διεξαγάγει υπόθεση ή ενότητα υποθέσεων της αναθέτουσας για ορισμένη χρονική διάρκεια, μας παραπέμπει στις διατάξεις της σύμβασης εντολής των άρθρων 713 επ ΑΚ. Η διεξαγωγή μάλιστα γίνεται προς το συμφέρον τόσο της αναθέτουσας όσο και της διαχειρίστριας (724 ΑΚ). Παρά τις ομοιότητες της σύμβασης διαχείρισης με τη σύμβαση εντολής, υπάρχει μία ουσιώδης διαφορά. Η σύμβαση εντολής είναι χαριστική δικαιοπραξία, ενώ η σύμβαση διαχείρισης διεξάγεται έναντι αμοιβής. Όπως εξάλλου στις περισσότερες νέες μορφές συμβάσεων της σύγχρονης οικονομίας, έτσι και στη σύμβαση management αναγκάζεται ο νομικός να κάνει λόγο για σύμβαση μη ρυθμισμένη με στοιχεία εντολής ή για «έμμισθη εντολή», ενώ εάν υπήρχε αντίστοιχη με του γερμανικού κώδικα πρόβλεψη για σύμβαση διεξαγωγής ξένης υπόθεσης έναντι αμοιβής, δε θα χρειάζονταν να τεμαχίζουμε την εν λόγω σύμβαση διαχείρισης, προκειμένου να ανεύρουμε το εφαρμοστέο δίκαιο αυτής.

Δεδομένου του νομικού πλαισίου της χώρας μας και του άμισθου χαρακτήρα της σύμβασης εντολής, υποστηρίζεται ότι η σύμβαση διαχείρισης προσιδιάζει προς τη σύμβαση εργασίας και μάλιστα προς την παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών, δεδομένου ότι κατά κανόνα εκλείπει το στοιχείο της εξάρτησης του δότη από το λήπτη του management (648 επ ΑΚ).

Ως μικτή σύμβαση, η σύμβαση διαχείρισης δεν ενέχει κύρια και δευτερεύουσα παροχή, ώστε να απορροφάται η τελευταία από την πρώτη, αλλά κάθε μία από τις επιμέρους συμβάσεις διατηρεί την αυτοτέλειά της.  Κατ’ επέκταση, τα κενά της σύμβασης, που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας των μερών, θα καλυφθούν με την αναλογική εφαρμογή των οικείων διατάξεων, ήτοι όσον αφορά τη διαχείριση των υποθέσεων του λήπτη, την απόδοση λογαριασμών, την υποχρέωση λογοδοσίας θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις περί εντολής (713 επ. ΑΚ) με εξαίρεση εκείνες που δεν συμβιβάζονται με τον έμμισθο χαρακτήρα της σύμβασης management, ενώ όσον αφορά την αμοιβή της διαχειρίστριας εταιρίας θα εφαρμοστούν οι διατάξεις για τη σύμβαση εργασίας (648 και 649 ΑΚ), εκτός από εκείνες που είναι προσαρμοσμένες αποκλειστικά στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω εξίσου σημαντικές και εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του γενικού ενοχικού δικαίου (278 επ ΑΚ). Επιπλέον, το γεγονός ότι η σύμβαση αφορά το συμφέρον και των δύο συμβαλλόμενων επιχειρήσεων επιτρέπει – και με βάση το άρθρο 724 ΑΚ – τη συμφωνία σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος ανάκλησης της εντολής διοίκησης.

Ως προς τις σχέσεις της διαχειρίστριας με τρίτους, αυτή συναλλάσσεται κατά κανόνα στο όνομα και για λογαριασμό της αναθέτουσας, ως άμεσος αντιπρόσωπός της, ενώ φυσικά δεν ελλείπουν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαχειρίστρια ενεργεί ως έμμεσος αντιπρόσωπος της αναθέτουσας. 

Διαδικασία Έκδοσης Συναινετικού Διαζυγίου Ενώπιον Συμβολαιογράφου

Με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ 201 Α/22-12-2017) αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1438 και 1441 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το συναινετικό διαζύγιο απαγγελλόταν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, και εφεξής ορίζεται ότι η συναινετική λύση του γάμου χωρεί μόνο με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καθορίζεται λεπτομερώς η διαδικασία που ακολουθείται.

Βάση για την έναρξη της νέας διαδικασίας, αποτελεί ηέγγραφη συμφωνία των συζύγων περί λύσεως του γάμου τους.

Η συμφωνία συνάπτεται εγγράφως είτε μεταξύ των συζύγων με την παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και επικυρώνεται το γνήσιο της επί του εγγράφου υπογραφής των συζύγων (όχι των δικηγόρων) από την Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου, που θα καταρτίσει την συμβολαιογραφική πράξη της λύσεως του γάμου τους, είτε μόνον από τους δικηγόρους τους, εφόσον ο κάθε σύζυγος έχει προηγουμένως χορηγήσει στον δικηγόρο του ειδική πληρεξουσιότητα για τον σκοπό αυτό με συμβολαιογραφικό έγγραφο, στο οποίο περιέχονται οι όροι της κοινής τους συμφωνίας. Το ειδικό αυτό πληρεξούσιο ισχύει μόνο για ένα μήνα.

Τα πρόσωπα, τα οποία είναι ικανά να συνάψουν γάμο (άρθρα 1350επ. ΑΚ), έχουν και την ικανότητα να συνάψουν συμφωνία για τη λύση του. Οι ανήλικοι και οι τελούντες σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση μπορούν να συνάπτουν συμφωνία λύσεως του γάμου τους χωρίς άδεια του δικαστηρίου ή συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 594 ΚΠολΔ.

Η συμφωνία των συζύγων δεν εξαρτάται από όρους ή προθεσμίες ή αιρέσεις. Αν τυχόν περιληφθούν στο κείμενο της έγγραφης συμφωνίας την καθιστούν ανύπαρκτη, διότι θεωρείται ότι αίρουν την συναίνεση.

Σε περίπτωση ύπαρξης ανήλικων τέκνων, ουσιαστική προϋπόθεση του συναινετικού διαζυγίου αποτελεί και η συμφωνία για την επιμέλεια αυτών, την επικοινωνία με αυτά και την διατροφή τους.

Η συμφωνία αυτή δύναται είτε να εμπεριέχεται στην συμφωνία των συζύγων για την λύση του γάμου τους, είτε σε άλλη έγγραφη συμφωνία, η οποία συνάπτεται, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1441 ΑΚ, δηλ. είτε από τους συζύγους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, είτε από τους εφοδιασμένους με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δικηγόρους τους.

Η ως άνω συμφωνία ισχύει για δύο (2) έτη τουλάχιστον –με δυνατότητα σύναψης νέας με την ίδια διαδικασία–, εκτός κι αν τα ανήλικα τέκνα ενηλικιώνονται προ της παρόδου της διετίας, οπότε ισχύει μέχρι της ενηλικιώσεώς τους. Στην συγκεκριμένη διάταξη γίνεται ρητή πρόβλεψη μόνο για τα ανήλικα τέκνα. Θέματα διατροφής π.χ. ενηλίκων αλλά αναπήρων τέκνων ή σπουδαστών ή του/της πρώην συζύγου ρυθμίζονται από τις λοιπές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1442 έως 1446 και 1485επ.).

Η συναφθείσα, κατά τ’ ανωτέρω, έγγραφη κοινή συμφωνία των συζύγων για α) την λύση του γάμου τους και β) τη ρύθμιση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, της επικοινωνίας τους με αυτά και την διατροφή τους υποβάλλεται στο συμβολαιογράφο, που θα καταρτίσει την συμβολαιογραφική πράξη της λύσεως του γάμου τους είτε από τους συζύγους με θεωρημένο επ’ αυτής το γνήσιο της υπογραφής τους από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου, οι οποίοι παρίστανται, είτε μετά των δικηγόρων τους, είτε διά των εφοδιασμένων με το ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δικηγόρων τους, όπως προαναφέρθηκε.

Συνεπώς, για την κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης της συναινετικής λύσης του γάμου απαιτούνται:

  1. Η έγγραφη συμφωνία των συζύγων, σύμφωνα με τ’ ανωτέρω, η οποία ενσωματώνεται στην συμβολαιογραφική πράξη και το πρωτότυπό της προσαρτάται σ΄ αυτή.
  2. Η παρέλευση τουλάχιστον δεκαημέρου από την επομένη της ημερομηνίας θεώρησης του γνησίου της υπογραφής των συζύγων επί της εγγράφου συμφωνίας από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου, ή από την επομένη της ημερομηνίας σύναψης της προαναφερθείσας εγγράφου συμφωνίας από τους εφοδιασμένους με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δικηγόρους των συζύγων. Στην περίπτωση αυτή, ελέγχεται η ισχύς των πληρεξουσίων ήτοι να μην έχει παρέλθει μήνας από την χορήγησή τους.
  3. Επικυρωμένα αντίγραφα των πληρεξουσίων, τα οποία προσαρτώνται στη συμβολαιογραφική πράξη.  
  4. Ληξιαρχική πράξη του γάμου.  
  5. Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης.
  6. Αντίγραφα ταυτοτήτων
  7. Αποδεικτικά των ΑΦΜ
  8. Δύο γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων (ένα για κάθε δικηγόρο), εκδοθέντα από τον αρμόδιο δικηγορικό σύλλογο.

*Πηγή: Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών – Πειραιώς – Αιγαίου & Δωδεκανήσου