Η έννοια της ηλεκτρονικής υπογραφής υπό το πρίσμα του Κανονισμού 910/2014

Η έννοια της ηλεκτρονικής υπογραφής, ως μέσου διαπίστωσης της γνησιότητας και του αναλλοίωτου ενός ηλεκτρονικού εγγράφου, υπό το πρίσμα του Κανονισμού 910/2014 «σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/93/ΕΚ».

Ο Κανονισμός 910/2014 αντικαθιστά, πλήρως, την προηγούμενη οδηγία 1999/93 για τις ηλεκτρονικές υπογραφές και εισάγει ένα νέο ενιαίο, ολοκληρωμένο, διασυνοριακό πλαίσιο για ασφαλείς και εύχρηστες συναλλαγές.

Εξαιτίας του μη άμεσου αποτελέσματος της Οδηγίας, παρουσιάζονταν σοβαρό πρόβλημα ως προς την εφαρμογή της, καθώς κάθε κράτος μέλος όριζε αυστηρότερες ή και ηπιότερες προϋποθέσεις ως προς τις ηλεκτρονικές υπογραφές. Επιπλέον, το γεγονός ότι κανένα από τα κράτη-μέλη δεν είχε υιοθετήσει την ίδια σειρά τεχνικών προτύπων για την εφαρμογή τους, δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τη μεταξύ των κρατών-μελών  διαλειτουργικότητα.

Ο Κανονισμός 910/2014 στοχεύει να δημιουργηθεί μια αποτελεσματική αγορά ηλεκτρονικών υπογραφών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να ξεπεραστούν οι σημερινές διαφορές στις εθνικές νομοθεσίες και η έλλειψη διαλειτουργικότητας των ηλεκτρονικών υπογραφών.

Όπως αναφέρεται στην Αιτιολογική σκέψη (2) του προοιμίου του Κανονισμού, επιδίωξη του είναι η ενίσχυση της εμπιστοσύνης στις ηλεκτρονικές συναλλαγές, εντός της εσωτερικής αγοράς, κάτι το οποίο δεν επιτεύχθηκε με την Οδηγία 1999/93.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 10 του Κανονισμού 910/2014, ως (απλή) ηλεκτρονική υπογραφή ορίζονται τα δεδομένα σε ηλεκτρονική μορφή τα οποία είναι συνημμένα σε άλλα ηλεκτρονικά δεδομένα ή συσχετίζονται λογικά με άλλα δεδομένα σε ηλεκτρονική μορφή και τα οποία χρησιμοποιούνται από τον υπογράφοντα για να υπογράφει.

Περαιτέρω, ως προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή ορίζεται, στο άρθρο 26 του Κανονισμού 910/2014, η υπογραφή που: α) συνδέεται κατά τρόπο μοναδικό με τον υπογράφοντα β) είναι ικανή να ταυτοποιεί τον υπογράφοντα γ) δημιουργείται με δεδομένα δημιουργίας ηλεκτρονικής υπογραφής, τα οποία ο υπογράφων μπορεί, με υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης, να χρησιμοποιεί υπό τον αποκλειστικό του έλεγχο και δ) συνδέεται με τα δεδομένα που έχουν υπογραφεί σε σχέση με αυτήν κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ανιχνευθεί οποιαδήποτε επακόλουθη τροποποίηση των εν λόγω δεδομένων.

Στο άρθρο 3 παρ. 12 του Κανονισμού 910/2014, εισάγεται μια καινούργια έννοια, αυτή της «εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής». Όπως διακρίνεται από το άρθρο 3 παρ. 12 η διαφορά μεταξύ της προηγμένης ηλεκτρονικής υπογραφής και της εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής είναι ότι η εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή είναι η προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, που περιέχει όμως ένα εγκεκριμένο ψηφιακό πιστοποιητικό (ένα ψηφιακό αρχείο που επισυνάπτεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα) και παράγεται από μια εγκεκριμένη ασφαλή διάταξη δημιουργίας υπογραφής (δηλαδή μια έξυπνη κάρτα, usb ή μονάδα ασφαλείας υλικού). Η πλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων ισοδυναμεί με την πλήρη αναγνώριση της, ως τέτοια, από όλα τα κράτη μέρη.

Ωστόσο, λόγω της περίπλοκης αλλά και δαπανηρής διαδικασίας που απαιτείται για τη χρήση των εγκεκριμένων ηλεκτρονικών υπογραφών, η πλειονότητα των συναλλαγών διενεργείται στην πράξη με ηλεκτρονικές υπογραφές, που δεν πληρούν τις προαναφερόμενες  προϋποθέσεις.

Για το συγκεκριμένο ζήτημα, ο κοινοτικός νομοθέτης διατηρεί την αρχή που εφαρμοζόταν και στην Οδηγία 1999/93. Ειδικότερα, ορίζεται στο άρθρο 25 του Κανονισμού ότι δεν απορρίπτεται η νομική ισχύς και το παραδεκτό της ηλεκτρονικής υπογραφής, ως αποδεικτικού στοιχείου σε νομικές διαδικασίες μόνο λόγω του γεγονότος ότι είναι σε ηλεκτρονική μορφή ή ότι δεν πληροί όλες τις απαιτήσεις για τις εγκεκριμένες ηλεκτρονικές υπογραφές.

Ως εκ τούτου, η ισχύς μιας τέτοιας υπογραφής, θα κριθεί με βάση το ισχύον ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο.

Στα πλαίσια του ουσιαστικού δικαίου, έχει υποστηριχθεί από τη θεωρία ότι η απλή και η προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή μπορούν να υποκαταστήσουν την ιδιόχειρη, όπου δεν είναι αναγκαία η τήρηση έγγραφου τύπου. Συνακόλουθα, σύμφωνα με την αρχή του άτυπου των δικαιοπραξιών, οι συγκεκριμένες ηλεκτρονικές υπογραφές θα έχουν ως αποτέλεσμα την έγκυρη κατάρτιση της των συμβάσεων, για τις οποίες δεν απαιτείται συστατικός τύπος από το Νόμο.

Στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, κατά την κρατούσα άποψη, κάθε ηλεκτρονικό έγγραφο που φέρει απλή ή προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ως μέσο απόδειξης καθώς στα οριζόμενα του άρθρου 444 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως μηχανική απεικόνιση προσδιορίζεται κάθε ηλεκτρονικό έγγραφο.

Κατά τα ως άνω, λοιπόν, τα δεδομένα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της ηλεκτρονικής υπογραφής ή ακόμα δε φέρουν καθόλου ηλεκτρονική υπογραφή, υπάγονται στην κατηγορία των ηλεκτρονικών εγγράφων.

Τέλος, αν και καθίσταται σαφές από τους προαναφερόμενους ορισμούς πως μία ηλεκτρονική υπογραφή δεν συνίσταται στην ηλεκτρονική αποτύπωση μίας ιδιόχειρης υπογραφής μέσω της χρήσης ενός σαρωτή, ούτε την απεικόνιση του ιδιόγραφου σημείου με τεχνικούς διαύλους, ωστόσο, είναι συνήθης πλέον η πρακτική, κυρίως χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, να κάνουν χρήση τέτοιων μέσων και ηλεκτρονικών γραφίδων για τη λήψη των απαραίτητων υπογραφών από τους συναλλασσόμενους. Ακολουθώντας δε την πρακτική, να προηγείται η έγγραφη συναίνεση του συναλλασσόμενου σε όρο, κατά τον οποίο ο συναλλασσόμενος συμφωνεί ότι τα τηρούμενα δεδομένα σε ηλεκτρονική μορφή αποδεικνύουν πλήρως την προέλευση της σχετικής δικαιοπρακτικής δήλωσής του, παράγουν πλήρεις έννομες συνέπειες ως προς τη δικαιοπρακτική δέσμευση του προσώπου του και του αντισυμβαλλόμενου του έναντι αλλήλων και παρέχουν πλήρη δικονομική απόδειξη των σχετικών συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.2 π.δ. 150/2001 και 444 παρ.3 ΚΠολΔ, ακόμα και η ηλεκτρονική αποτύπωση μιας ιδιόχειρης υπογραφής, αποκτά αυξημένη αποδεικτική ισχύ και τα σχετικά έγγραφα που φέρουν αυτού του είδους τις υπογραφές  προσκομίζονται πλέον ευχερώς ενώπιον Δικαστηρίων και Αρχών.